Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

ΠΩΣ ΚΕΡΔΙΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗ ΚΡΙΣΗ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΦΟΠΛΙΣΤΕΣ

Η κρίση στη ναυτιλία ενισχύει τους Έλληνες εφοπλιστές που έχουν διατηρήσει σημαντικά κεφάλαια στα ταμεία τους. Πριν από το τέλος της σπεύδουν να αρπάξουν τις ευκαιρίες. Μέσα σε ένα χρόνο τα πλοία έχουν χάσει έως και το 24% της αξίας τους, ενώ σε σχέση με την χρυσή εποχή του 2008 οι τιμές τους έχουν πέσει έως και κατά 100 εκατ. δολάρια σύμφωνα με εκτιμήσεις του Baltic Exchange. Παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες δεν δανείζουν και το κλίμα είναι πολύ βαρύ, παρά τα περιορισμένα κεφάλαια τα οποία άντλησαν το 2012 σε σχέση με τα δύο προηγούμενα χρόνια, από το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ύψους 1,129 δισ. δολαρίων (πηγή XRTC), οι πλοιοκτήτες της «Ακτής Μιαούλη» δεν πτοούνται. Το 2012 αγόρασαν 216 πλοία, σύμφωνα με την Golden Destiny, επενδύοντας 3,850 δισ. δολάρια, ενώ το 2011 είχαν αγοράσει με 4,744 δισ. δολάρια 198 πλοία. Στους δύο πρώτους μήνες του 2013 διπλασίασαν τις αγορές πλοίων και τον Ιανουάριο υπέγραψαν νέα ναυπηγικά συμβόλαια διαβλέποντας ότι οι αξίες τους έχουν πέσει τόσο που δεν αξίζει ποια να περιμένουν περισσότερο διακινδυνεύοντας να χάσουν ευκαιρίες μέσα από τα χέρια τους. Εστιάζουν μάλιστα τις αγορές τους στα πλοία ξηρού φορτίου όπου υπάρχουν κάποιες πρώτες εκτιμήσεις ότι σε αυτά η κρίση μπορεί να φθάσει στο τέλος ταχύτερα από ό,τι στα υπόλοιπα. Υπολογίζεται λοιπόν ότι τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο οι Έλληνες εφοπλιστές έβαλαν σε αγορές πλοίων περί τα 100 εκατ. δολάρια περισσότερα σε σχέση με το 2012 αγοράζοντας διπλάσια πλοία. Συνολικά επένδυσαν 530 εκατ. δολάρια περίπου από 433 εκατ. πέρυσι, ενώ τον Ιανουάριο υπέγραψαν ναυπηγικά συμβόλαια αξίας 1,5 δισ. δολαρίων.

Τέσσερα πλοία αντί ενός
Σήμερα οι Έλληνες εφοπλιστές έχουν την ευκαιρία να αγοράσουν κάτι περισσότερο από τέσσερα μεγάλα πλοία μεταφοράς ξηρού φορτίου (capesize 172.000 τόνων), ηλικίας μόλις πέντε ετών, στην τιμή που τον Μάρτιο του 2008 θα αγόραζαν ένα πλοίο. Δηλαδή αυτή τη στιγμή αγοράζουν ένα τέτοιο πλοίο στα 29,8 εκατ. δολάρια όταν πριν από ένα χρόνο θα έπρεπε να ξοδέψουν 34,8 εκατ δολάρια -πτώση 14%- ενώ το 2008 θα χρειάζονταν κεφάλαια ύψους 140 εκατ. δολάρια. Επίσης ένα panamax ( 74.000 τόνων ) σήμερα αγοράζεται ποια από τους Έλληνες στα 18,5 εκατ. δολάρια από 24,4 εκατ. πριν από ένα χρόνο -πτώση 24%- ενώ το 2008 η αξία ενός τέτοιου πλοίου ήταν υψηλότερη κατά 63 εκατ. δολάρια και έφθανε στα 81,5 εκατ. δολάρια. Με 67 εκατ. δολάρια το 2008 θα αγόραζε ένα supramax, ενώ με τις σημερινές τιμές μπορεί να αγοράσει κάτι περισσότερο από τρία τέτοια πλοία. Σήμερα ένα supramax πενταετίας υπολογίζεται ότι έχει αξία της τάξεως των 18,1 εκατ. δολαρίων, ενώ πριν από ένα χρόνο θα αγοράζονταν στα 23,3 εκατ. δολάρια, πτώση 22%. Τον Μάρτιο του 2008 για μία τέτοια αγορά χρειάζονταν κεφάλαια ύψους 68,6 εκατ. δολαρίων. Αυτή η καταβύθιση των αξιών των πλοίων έχει φέρει πολλές εταιρείες σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, αλλά έχει δημιουργήσει και μεγάλες ευκαιρίες.

Κέρδη
Η αγορά περιμένει ότι οι Έλληνες εφοπλιστές θα συνεχίσουν και στους επόμενους μήνες να αγοράζουν πλοία. Μάλιστα όπως λέγεται από τραπεζίτες αυτοί που αγοράζουν είναι περισσότερο οι εκτός χρηματιστηρίου παραδοσιακοί πλοιοκτήτες οι οποίοι στο μεγαλύτερο βαθμό αξιοποιούν δικά τους κεφάλαια, κινούνται γρήγορα και στοχευμένα προκειμένου να δυναμώσουν την παρουσία τους μετά το τέλος της κρίσης.

Επενδύσεις
Χρηματιστήριο αξιών πλοίων

Η ενίσχυση της θέσης των Ελλήνων εφοπλιστών δεν αφορά μόνον τις ναυλώσεις. Με τις αξίες των πλοίων σε τόσο χαμηλά επίπεδα ο ελληνικός εφοπλισμός ετοιμάζεται να εξαργυρώσει στον κατάλληλο χρόνο τις επενδύσεις του όταν οι τιμές θα έχουν φθάσει στα επιθυμητά επίπεδα και αφού θα έχουν αποσβέσει τις επενδύσεις τους σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Άλλωστε παραδοσιακά οι Έλληνες είναι το ναυτιλιακό έθνος που κατεξοχήν κερδίζει χρήματα «παίζοντας» στο ιδιότυπο χρηματιστήριο των αξιών των πλοίων και αυτό συνέβη αρκετές φορές πριν από το 2008 με μαζικές πωλήσεις τάνκερ και πλοίων ξηρού φορτίου που έφεραν στους πλοιοκτήτες τους αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, ενώ χαρακτηρίσθηκαν από το διεθνή ναυτιλιακό Τύπο ως μεγάλες συμφωνίες.

ΠΗΓΗ: Ημερησία